Με τον όρο Λιθίαση του Ουροποιητικού αποκαλούμε τη δημιουργία λίθων εντός της αποχευτευτικής μοιρας του ουροποιητικού συστήματος (πυελοκαλυκικό σύστημα του νεφρού, ουτητήρας, ουροδόχος κύστη, ουρήθρα). Ανάλογα λοιπόν με την πληγείσα περιοχή, διακρίνουμε τη Λιθίαση του Ουροποιητικού σε λιθίαση των νεφρών (νεφρολιθίαση), λιθίαση των ουρητήρων (των σωλήνων που μεταφέρουν τα ούρα από τα νεφρά στην ουροδόχο κύστη), λιθίαση της ουροδόχου κύστης και τέλος λιθίαση της ουρήθρας (του σωλήνα που αποβάλλει τα ούρα από την κύστη). Αποτελεί μια ευρέως διαδεδομένη πάθηση σε ασθενείς και των δύο φύλων, έπειτα από παθήσεις του προστάτη και παθήσεις ουρολοιμώξεων που συναντώνται σχετικά συχνά τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες.
Η φύση των λίθων είναι τα ανόργανα στοιχεία. Μπορούμε να παρατηρήσουμε την δημιουργία λίθων από ποικίλα στοιχεία, τα οποία είναι τα εξής:
Σπανιότερες μορφές λίθων εμφανίζονται σε ασθενείς που διάγουν φαρμακευτική αγωγή με ακυκλοβίρη, ινδιναβίρη και τριαμτερένη.
Το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και αλληλεπιδρούμε καθημερινά αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για τη δημιουργία Λίθων στο Ουροποιητικό Σύστημα. Είτε πρόκειται για ενδογενείς παράγοντες κινδύνου(εσωτερικοί παράγοντες του οργανισμού κάθε ανθρώπου) είτε για εξωγενείς παράγοντες κινδύνου(εξωτερικοί παράγοντες που προέρχονται από το ευρύτερο περιβάλλον μας) , ο καθοριστικός παράγοντας είναι ο συνδυασμός των δύο επιμέρους παραγόντων και η αθροιστική επίδρασή τους στον οργανισμό.
Ως ενδογενείς παράγοντες θεωρούνται οι εξής:
Ως εξωγενείς παράγοντες θεωρούνται οι εξής:
Τα συμπτώματα μπορεί να μην είναι εμφανή εξ αρχής, αλλά να γίνουν αισθητά, όταν ο λίθος βρεθεί εντός της ουρήθρας και παρεμποδίζει τη ροή των ούρων από τα νεφρά. Όταν η λιθίαση αποτελεί προϊόν κάποιας ουρολοίμωξης, ίσως παρουσιαστούν συμπτώματα όπως ρίγος, πυρετός, κόπωση, δυσουρικά ενοχλήματα και πόνος στα νεφρά. Ωστόσο, το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι ένας κολικός του νεφρού, ένας έντονος πόνος στην περιοχή του νεφρού, ο οποίος έχει άμεσο αντίκτυπο στην κοιλιά, την περιοχή της κύστης ή στα έξω γεννητικά όργανα. Ο πόνος μεφανίζεται αναπάντεχα και συνδοεύεται από έντονη τάση για έμετο, ή και έμετο. Ο πόνος είναι οξύς, και κάποιες φορές ανακαλύπτεται αιματουρία, είναι μικροσκοπική ή οποία είναι εμφανής στη γενική Ούρων, είτε μακροσκοπική και ανακαλύπτεται από τον ίδιο τον ασθενή, κατά την ούρηση. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις όπου μπορεί να παρατηρηθεί Λιθίαση στο Ουροποιητικό τυχαία εν μέσω ενός διαγνωστικού ή απεικονιστικού ελέγχου, ο οποίος να διεξάγεται για ξεχωριστό λόγο.
Η διάγνωση πραγματοποιείται σε 3 βασικούς πυλώνες: το ιστορικό του ασθενούς, την κλινική εξέταση καθώς και τον απαραίτητο εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο. Βάσει του ιστορικού ο ουρολόγος εξετάσει την πιθανότητα εμφάνισης Λιθίασης στο Ουροποιητικό, και στη συνέχεια με τις διαγνωστικές εξετάσεις, θα επιβεβαιωθεί η διάγνωση, και θα διερευνηθεί η λειτουργικότητα και η μορφολογίας του ουροποιητικού συστήματος καθώς και η ανίχνευση πιθανών αιτιολογικών παραγόντων που είναι υπεύθυνοι για το σχηματισμό λίθων. Ο ουρολόγος θα εκτιμήσει την αναγκαιότητα ή μη της πραγματοποίησης περαιτέρω εξετάσεων για τη διερεύνηση της Λιθίασης, οι οποίες χωρίζονται σε απεικονιστικές και εργαστηριακές.
Απλή ακτινογραφία νεφρών, ουρητήρων και κύστης (ΝΟΚ): Ανιχνεύει περίπου το 80-90% των λίθων. Υπάρχουν όμως λίθοι, όπως του ουρικού οξέος, που δεν φαίνονται στην ακτινογραφία ΝΟΚ.
Υπερηχογράφημα του ουροποιητικού: Δίνει πληροφορίες για την ύπαρξη απόφραξης (υδρονέφρωση) και μπορεί να ανιχνεύσει λίθους που βρίσκονται μέσα στο νεφρό ή στην κύστη αλλά όχι στον ουρητήρα.
Ενδοφλέβια ουρογραφία ή πυελογραφία: Αναδεικνύει την ακριβή θέση των λίθων, καθώς και ύπαρξη ανατομικών ανωμαλιών που προδιαθέτουν στη δημιουργία λίθων. Επιτρέπει, επίσης, την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας και του βαθμού υδρονέφρωσης.
Αξονική τομογραφία χωρίς σκιαγραφικό μέσο: Αποτελεί, σήμερα, την εξέταση εκλογής στα περισσότερα ουρολογικά κέντρα για τη διερεύνηση της λιθίασης, καθώς υπερέχει διαγνωστικά από την ενδοφλέβια ουρογραφία, και γίνεται ταυτόχρονα έλεγχος και της ανατομίας του νεφρού.
Γενική ανάλυση ούρων: Συνήθως, υπάρχουν ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα και μερικές φορές και στοιχεία ουρολοίμωξης.
Βιοχημική ανάλυση αίματος: Μέτρηση της ουρίας και κρεατινίνης, του ουρικού οξέος και του ασβεστίου του ορού.
Παραθορμόνη: Είναι ορμόνη που εκκρίνεται από τους παραθυρεοειδείς αδένες και ελέγχεται σε περιπτώσεις αυξημένου ασβεστίου, καθώς μπορεί να υπάρχει υπερλειτουργία των αδένων ως αίτιο της δημιουργίας λίθων.
Συλλογή ούρων 24ώρου: Σκοπός είναι να καθοριστεί η μεταβολική εικόνα του ασθενή για την πιθανή ανεύρεση κάποιας μεταβολικής ανωμαλίας υπεύθυνης για την παραγωγή λίθων.
Ανάλυση του λίθου: Γίνεται εφόσον βρεθεί ή αφαιρεθεί ο λίθος σε εξειδικευμένα εργαστήρια, για να ανευρεθεί το είδος του λίθου και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για μείωση των πιθανοτήτων υποτροπής και επανεμφάνισης λιθίασης.
Από τη στιγμή που ο πόνος του ασθενούς είναι οξύς, την ώρα την οποία βιώνει τον κολικό του νεφρού, ο κυριότερος σκοπός του ουρολόγου αποτελεί την ανακούφιση του ασθενούς από τον πόνο. Σε μια μικρή μερίδα ασθενών , θα χρειαστεί άμεση επέμβαση, εφόσον:
Η αφαίρεση των λίθων στο Ουροποιητικό βρίσκεται σε άμεση αντιστοιχία με το πλήθος, τη θέση και το μέγεθος αυτών. Πολλά περισταστικά κολικού των νεφρών ελέγχονται φαρμακευτικά με μια διαδικασία κατά την οποία οι Λίθοι στο Ουροποιητικό δεν υπερβαίνουν το 1cm και σε ένα ποστοστό της τάξης του 70%, αποβάλλονται φυσικά μέσω της ούρησης 4-6 εβδομάδες αργότερα. Σε έταιρη περίπτωση, η επεμβατική θεραπεία κρίνεται αναγκαία, για να επιτευχθεί θραύση και απομάκρυνση του λίθου.
Οι επεμβατικές θεραπείες είναι οι εξής:
Είναι πολύ σημαντικό να εξετάσουμε το ποσοστό επανεμφάνισης Λίθων στο Ουροποιητικό σε βάθος χρόνων, καθώς μπορούν να συμπεράσματα να είναι πιο ασφαλή. Έτσι, μπορούμε να δούμε πως ένα χρόνο μετά το αρχικό επεισόδιο Λιθίασης φτάνει ως το 10% , με το ποσοστό να ανέρχεται στο 30-40% μετά τα 5 χρόνια και να διαμορφώνεται στο 50-60% μετά τη δεκαετία. Επομένως, κρίνεται απαραίτητη η παρακολούθηση των ασθενών μετεγχειρητικά, σε ατομικό επίπεδο, με στόχο την πλήρη και αναλυτική κλινική εικόνα τους, ώστε ο ουρολόγος να προσδιορίσει την προδιάθεση του ασθενούς για επανεμφάνιση Λίθων στο Ουροποιητικό, καθώς και την παρακολούθησή τους με υπέρηχο νεφρών-κύστης και απλή ακτινογραφία νεφρών, ουρητήρων και κύστης (ΝΟΚ).
Ακόμη, απαραίτητο είναι να παρθούν μέτρα για την αποφυγή της υποτροπής της λιθίασης. Έτσι, πρέπει να καταναλώνει ο ασθενής άφθονα υγρά που ανέρχονται στα 2,5 με 3 λίτρα ημερησίως. Πρέπει να έχει ισορροπημένη διατροφή με λήψη φυτικών ινών και αποφυγή ζωικών λευκωμάτων και λίπους, αποφυγή λήψης μεγάλων ποσοτήτων αλατιού με τις τροφές, καθώς και να κάνει ισορροπημένη, μέτρια κατανάλωση γαλακτοκομικών. Ακόμη, η απώλεια βάρους σε περιπτώσεις παχυσαρκίας και η μέτριας έντασης σωματική άσκηση βοηθούν στην αποφυγή της υποτροπής. Η λήψη των μέτρων από τον ασθενή αποτρέπει την επανεμφάνιση λίθου σε ποσοστό που φτάνει το 75%.h2